Ποια είναι τα ανθρώπινα όρια, πώς ορίζεται η προδοσία, ποιος είναι ο τελικός κριτής; Ποιος αποφασίζει αν κάποιος είναι ήρωας ή προδότης; Πόση απόγνωση αρκεί για να καταδώσεις τον ίδιο σου τον αδερφό; Πόση απόγνωση χρειάζεται για να αφήσεις την ασφάλεια που σου παρέχεται και να επιστρέψεις γνωρίζοντας πως θα εκτελεστείς; Το σημερινό επεισόδιο αποτελεί μια από τις πιο φοβερές ιστορίες, που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της εποποιίας του 1955-1959. Είναι μια ιστορία με πολλά ταμπού και έντονες απόψεις που διχάζουν μέχρι σήμερα. Είναι μια τραγική ιστορία από αυτές που το κακό δηλητηριάζει το καλό και καθιστα δισδιακριτα τα οποια ορια. Μια ιστορία που όποιος την αγγίξει θα καεί.
Στόχος αυτού του επεισοδίου, δεν είναι να πάρει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης, αλλά η παράθεση των γεγονότων, οι ενέργειες των πρωταγωνιστών, οι αποφάσεις που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας. Τα γεγονοτα θα παρατεθούν στη βάση των όσων οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές ανέφεραν. Ταυτόχρονα μέσα από την ιστορία, παρέχεται και μιας πρώτης τάξεως ευκαιρια, έτσι ώστε να μνημονεύσουμε μερικές από τις πλέον ηρωικές μορφές του αγώνα. Τον Ανδρέα Κάρυο, τον Ηλία Παπακυριακού, τον Φώτη Πίττα και τον Χρίστο Σαμάρα. Τους ήρωες του ολοκαυτώματος του Αχυρώνα του Λιοπετρίου ή όπως έμεινε στην ιστορία το Κυπριακό χάνιου της Γραβιάς.
Οι καμπάνες των ναών χτυπούσαν πένθιμα την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου του 1958. Λίγες ώρες πριν μπει ο Σεπτέμβρης, οιι δρομοι ήταν σκεπασμένοι με μυρσίνη, οι άντρες, έφεραν στο βραχίονα του χεριού της, μαύρο περιβραχιόνια, ενώ τα κορίτσια έπιασαν τα μαλλιά τους με μαύρες κορδέλες. Το κλίμα σε όλες τις εκκλησίες ήταν βουβό, όπως περιγράφουν οι εφημερίδες της εποχής. Ο κυπριακός ελληνισμός, τιμούσε εκείνη την Κυριακή, τη θυσία των ηρώων της ΕΟΚΑ, που όπως είπε ο Εθναρχεύων Μητροπολίτης Κιτίου Άνθιμος, στον επιμνημόσυνο λόγο του στην εκκλησία της Φανερωμένης στη Λευκωσία, εισήλθαν στο Πάνθεων των αθανάτων και δια τού άφθαστου ηρωισμού τους αναδείχθηκαν αντάξιοι απογόνοι, ένδοξων προγόνων.
Αυτό που δεν γνώριζαν οι εκατοντάδες χιλιάδες Κύπριοι, που μετείχαν στη θεία λειτουργία της Κυριακής και διάβαζαν την κάλυψη των γεγονότων της περασμένης Κυριακής, την 1η Σεπτεμβρίου είναι πως, την επομένη, στις δύο Σεπτεμβρίου δηλαδή, θα γραφόταν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες του αγώνα. Δεν ήξεραν πως στις δύο του Σεπτέμβρη, θα γραφτεί σε έναν ταπεινό αχυρώνα του Λιοπετρίου, μια από τις πιο μεγαλειώδεις θυσίες, που συνέβησαν στα τέσσερα χρονια δράσης της ΕΟΚΑ.
ΗΧΗΤΙΚΟ
Τους Ευκλεείς ήρωας της μάχης του Λιοπετριού ενηγκαλίσθη των υπερήφανων γενέτειρών των, έγραφαν τις επόμενες ημέρες οι εφημερίδες, για τους τέσσερις του Αχυρώνα. Εκείνες τις ημέρες, ο Μακάριος είχε ήδη φύγει από τις Σευχέλλες, όπου ήταν εξόριστος και βρισκόταν στην Ελλάδα. Την ώρα που στην Κύπρο η δράση της ΕΟΚΑ κορυφωνόταν, σε Αθήνα Άγκυρα και Λονδίνο, ήδη συζητούσαν την επόμενη μέρα. Το κλίμα άρχισε να βαραίνει, αφού οι ειδήσεις που έφταναν, έδιναν και το στίγμα των προθέσεων της κάθε πλευράς. Ο κυπριακός ελληνισμός, που πολέμησε λυσσαλέα για την αυτοδιάθεση του, άρχισε να αντιλαμβάνεται πως ο σκοπός του αγώνα, δηλαδή η Ένωση με την Ελλάδα, απομακρυνόταν αντί να ζυγώνει.
Στον κάμπο της Μεσαορίας, ο Σεπτέμβριος βρήκε τους τέσσερις επικυρηγμένους από τους Άγγλους αγωνιστές στο Αυγόρου. Ο Φώτης Πίττας γεννημένος στο Φρέναρος, το 1935, ο δάσκαλος της ΕΟΚΑ εντάχθηκε στην Οργάνωση από νωρίες, όταν ακόμα ήταν φοιτητής στο Διδασκαλικό Κολέγιο της Μόρφου. Συνέχισε τη δράση του στην Άχνα όπου διορίστηκε δάσκαλος, ενώ βγήκε για πρώτη φορά καταζητούμενος το 1956. Συελήφθη τον Γενάρη του 1957 στη Βατυλή και παρά τα φρικτά βασανιστήρια, οι αποικιοκράτες δεν του πήραν ούτε μια λέξη.
Εκεί, στα κρατητηρια γνωρίστηκε με τον Ανδρέα Κάρυο ο οποίος βγήκε καταζητούμενος τον Οκτώβριο του 1956 και συνελήφθη ένα μήνα αργότερα. Γεννημέρνος τον Ιούλιο του 1926, ο Κάρυος από το Αυγόρου, υπέστη κι αυτός απάνθρωπα βασανιστήρια. Παρόλα αυτά άντεξε και τον Μάρτη του 1958, κατάφερε μαζί με τον Φώτη Πίττα να αποδράσουν.
Ο Χρίστος Σαμάρας, από το Λιοπέτρη, γεννημένος τον Φεβρουάριο του 1925 ήταν φίλος του Κάρυου αφού πέραν από την αγάπη για την πατρίδα τους συνέδεαν και κοινοί αγώνες και ανησυχίες, του αγροτικου κοσμου
Τέλος ο Ηλίας Παπακυριακού, από τη Λυθράγκωμη κατετάγη στην ΕΟΚΑ, όταν ήταν ακόμα μαθητής, του Γυμνασίου Αμμοχώστου. Βγήκε καταζητούμενος το 1957 ωστόσο δεν συνελήφθη ποτέ. Αν και νεαρός, η δράση του ήταν τέτοια που τον ανέβασε στην πυραμίδα της ΕΟΚΑ, συμμετεχοντας σε πολλες και ριψοκινδυνες αποστολες.
Τομεάρχης της Αμμοχώστου ήταν τη δεδομένη περίοδο ο Παύλος Παυλάκης, οι τρεις αγωνιστές, Φώτης Πίττας, Ανδρέας Κάρυος και Ηλίας Παπακυριακού, στις 30 Αυγούστου, έλαβαν οδηγίες να μεταβούν από την Αχερίτου προς τον Ποταμό Λιοπετρίου, όπου θα διανυχτέρευαν. Τα μεσάνυχτα μετακινήθηκαν με σύμμαχο το σκοτάδι προς το Λιοπέτρι. Όταν έφτασαν στο Λιοπέτρι συνάντησαν και τον Χρίστο Σαμάρα. Σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά από άλλους αγωνιστές που ήταν παρόντες, ο Ανδρέας Κάρυος επέμενε ώστε να κινηθούν το βράδυ προς τον Ποταμό Λιοπετρίου, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς, σε κρυσφήγετο της Οργάνωσης ενώ ο Χρίστος Σαμάρας, ο οποίος άλλωστε ήταν Λιοπετρίτης, επέμενε να παραμείνουν στο σπίτι που κρύβονταν και πώς ήταν ασφαλείς.
Την επομένη, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, έφτασε η πρώτη πληροφορία. Έρχονται οι Εγγλέζοι. Ο Αγγλικός στρατός θα απέκλειε το χωριό. οι καταζητούμενοι επιχείρησαν διαφυγή δύο φορές, χωρίς επιτυχία. Έπεσαν πάνω στους Άγγλους, ακολούθησε μικρής κλίμακας μάχη και γύρισαν στο σπίτι του Παναγιώτη Καλλή του ιδιοκτήτη του Αχυρώνα.
Αμέσως μπήκαν στον Αχυρώνα, και άρχισαν να οργανώνουν την κάλυψη τους. Την ίδια ώρα, οι άντρες του χωριού, κλήθηκαν από τους Βρετανούς να μπουν μέσα στην ττελιά. Μέσα δηλαδή σε ένα περιφραγμένο χώρο, όπου θα παρέμεναν καθόλη τη διάρκεια της επιχείρησης στο Λιοπέτρι. Έκαναν ανακρίσεις και ζητούσαν πληροφορίες. Κράτησαν κάποιους για περαιτέρω ανακρίσεις ανάμεσα τους και τον αδερφό του Χρίστου Σαμάρα, τον Ηλία.
Λίγες ώρες μετά, ήταν ξεκάθαρο πια σε όλους, πως οι Βρετανοί περικύκλωσαν και απέκλεισαν το Λιοπέτρη στη βάση συγκεκριμένων πληροφοριών που είχαν. Όσο περνούσε η ώρα, ξεκαθάρισε επίσης, πως οι έρευνες τους, εστιάστηκαν στον Αχυρώνα του Παναγιώτη Καλλή.
Ακολουθεί αυτούσια η μαρτυρία του ιδίου;
Περί την τρίτην πρωινή της 1ης Σεπτεμβρόυ ήρθαν σπίτι μου οι τέσσερις ήρωες. Με ξύπνησαν καιο Σαμάρας και ο Κάρυος μου είπαν θέλουμε να μείνουμε κοντά σου. Ευχαρίστως να μείνετε τους είπα. Έβγαλαν τα όπλα και αρχίσαμεν να παραμερίζωμενο το άχυρο. Όταν το παραμερίσαμε, έφτασε και ο Ηλίας Σαμάρας και άρχσαν να συνομιλούν μεταξύ τους. Εάν ανακαλυφθούμεν θα σκοτωθούμεν εμείς, ίσως δεν αν σκοτωθείς κι εσύ, είπαν στον Σαμάρα. Εάν είναι θέλημα Θεού σας ακολουθώ Εσάς η ζωή σας εν παραπάνω; Ο Κάρυος και ο Χρίστος Σαμάρας διέταξαν τον Ηλία να φύγει. Οι άλλοι δύο δεν ωμίλησαν καθόλου. Εγώ τους είπα πως θα πρέπε να μείνουν όλοι μαζί. Ο κάρυος με ρωτησε, δεν μας έχεις εμπιστοσύνη; Εχω εμπιστοσύνη σε όλους απάντησα. Οι τέσσερις ανέβηκαν στο άχυρο. Τους πρήα φαγητό και νερό, δύο ψωμιά, έντεκα αυγά και μια στάμνα νερό. Κανόνισα τα άχυρα, τους έκλεισα μέσα καλά και ράντισα τον τόπο με αρτύματα. Αυτό το έκανε ο Παναγιώτης Καλλής για να εξουδετερώσει την οσφρηση των σκύλων που είχαν μαζί τους στις έρευνες οι Βρετανοί.
Ακολούθως όλοι οι άντρες του Λιοπετρίου κλήθηκαν στην ττελιά. Εκεί πήγε και ο Παναγιώτης Καλλής με τους δύο γιους του. Στις τρεις το απόγευμα της 1ης Σεπτεμβρίου τους άφησαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ο Καλλής έσπευσε στον Αχυρώνα και ενημέρωσε τους αγωνιστές για τα τεκταινόμενα. Μεταξύ άλλων τους είπε πως οι Βρετανοί δεν άφησαν ελεύθερους όλους τους άνδρες, αλλά κράτησαν μεταξύ άλλων και τον αδερφό του Χρίστου Σαμάρα τον Ηλία.
Όταν ο ήλιος είχε δύση πλέον, ο Κάρυος έδωσε οδηγίες στον Καλλή για να κρύψει έγγραφα της οργάνωσης και του είπε; Αν ανακαλυφθούμε εμείς θα σκοτωθούμενω, μπορεί και εσύ. Με έβαλαν μέσα στην αγκαλιά τους, αφηγείται ο Παναγιώτης Καλλής τους φίλησα με φίλησαν και κατέβηκα κάτω.
Στη μια τα ξημερώματα της δευτέρας Σεπτεμβρίου, η πόρτα του Καλλή ξαναχτυπά. Αυτή τη φορά, οι Βρετανοί ειναι σαφώς πιο υποψιασμένοι. Αφηγείται ο Καλλής; ΤΑ χέρια πάνω! Έχεις καταζητούμενο έσσο σου; όχι τους απάντησα, Έχεις ρε επέμεναν. Με κλώτσηε ένας εγγλέζος πάνω στα φτανά και είπα παναγία μου. Τότε ένας Τούρκος που ήταν μαζί τους, μου είπε να τους δέιξω τον Αχυρώνα. Τους πήγα στο Μαγειρίο, αυτοί επέμεναν στον Αχυρώνα. Μετά τους πήρα σε ένα σταύλο κι εκείνοι επέμεναν για τον Αχυρώνα. ΜΕτά στο γκαράζ. Λαλεί μου ένας, καταλάβεις ελληνικά. Μάλιστα καταλάβω του απάντησα. Στον Αχυρώνα να μας πάρεις, δεν έχεις Αχυρώνα;. Τους επήρα στον Αχυρώνα. Την ώρα που τους πήγαινα με κλωστούσαν. Μετά πήγα στη γυναίκα μου και τις είπα, αλόπως επροδώσαν μας. Μπήκαν στον Αχυρώνα, ένας εγγλέζος φώναξε, εάν θέλετε τη ζωή σας παραδοθείτε. Το είπαν τρεις φορές. Με έβαλαν και στάθηκα μέσα στην πόρτα του αχυρώνα και ήρθε ένας εγγλέζος με όπλο και επυροβόλησε πολλές φορές σε διάφορα ύψη. Μετά έφυγαν και με πήραν στο πλευρό του Αχυρώνα. Εκεί ήταν και ο Ηλίας Σαμάρας, είπε μεταξύ άλλων στην αφήγησή του ο Καλλής.
Το τι ακολούθησε, μετά που ξημέρωσε ήταν ο επίλογος της ηρωικής θυσίας των τεσσάρων.
Βλέποντας την άρνηση των ανταρτών ο υπεύθυνος αξιωματικός διέταξε να ριφθεί βροχή από χειροβομβίδες και ροκέττες εναντίον του κτιρίου, ώστε να εξαναγκασθούν να παραδοθούν. Συνολικά ρίφθηκαν εναντίον του αχυρώνα έντεκα ροκέτες και χειροβομβίδες.
Οι αντάρτες ρίφθηκαν στη μάχη αλλά η υπεροπλία των Αγγλων τους επέτρεψε να πλησιάζουν όλο και περισσότερο προς το κτίριο. Η κατάσταση για τους τέσσερις είχε γίνει αφόρητη. Κι αποφασίστηκε η έξοδος των δυο από το κτίριο με την ελπίδα ίσως κατάφερναν ν ανοίξουν διάδρομο για ν ακολουθήσουν κι οι άλλοι σε λίγο.
Πρώτοι βγήκαν πυροβολώντας οι Κάρυος και Σαμάρας. Η έξοδος όμως δεν κράτησε παρά μερικά λεπτά γιατί οι άγγλοι επικέντρωσαν τα πυρά τους σ αυτούς με αποτέλεσμα να τους εξουδετερώσουν. Πρώτο τον Ανδρέα Κάρυο που ηγήθηκε της εξόδου και λίγα λεπτά αργότερα τον Χρίστο Σαμάρα.
Οι άλλοι δυο, δηλαδή ο Φώτης Πίττας κι ο Ηλίας Παπακυριακού συνέχιζαν να βάλλουν εναντίον των Αγγλων στρατιωτών. Και σαν είδαν ότι ούτε κι αυτοί δεν ήσαν διατεθειμένοι να παραδοδθούν οι Αγγλοι εφάρμοσαν μια παλιά γνώριμη μέθοδο τους, που είχαν εφαρμόσει στην περίπτωση του Γρηγόρη Αυξεντίου: Τη φωτιά.
Από τη στέγη έριξαν μέσα στον Αχυρώνα πετρέλαιο και το άναψαν. Τα άχυρα πήραν φωτιά και σχηματίστηκε αποπνικτική ατμόσφαιρα από καπνούς. Η περαιτέρω διαμονή των δυο ανδρών στον αχυρώνα ήταν αδύνατη. Ετσι αναγκάστηκαν κι αυτοί να πραγματοποιήσουν έξοδο.
Ο Φώτης Πίττας κρατώντας ένα τυφέκιο κι έχοντας κρεμασμένη στο λαιμό του μια βόμβα υδροσωλήνα, επιτοπίου κατασκευής, βγήκε από μια τρύπα που είχε καταφέρει να ανοίξει στο πίσω μέρος του τοίχου του αχυρώνα. Ο τοίχος είχε εξασθενήσει από τις βολές των ροκεττών και ήταν εύκολο γι αυτόν να περάσει από την τρύπα και να φθάσει μέχρι το γκαράζ του σπιτιού.
Ομως εδώ δέχθηκε βροχή σφαίρες από τους καραδοκούντες βρεττανούς στρατιώτες κι έπεσε κι αυτός νεκρός. Σχεδόν ταυτόχρονα βγήκε από την ίδια τρύπα κι ο Ηλίας Παπακυριακού. Ομως ήταν εύκολο πια για τους Αγγλους να τον εξουδετερώσουν κι αυτόν.
Οι σοροί των τεσσάρων διακομίσθηκαν στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου, όπου αναγνωρίσθηκαν από συγγενείς τους. Ο ηρωικός Αχυρώνας μετά την παρελευση της πολύωρης μάχης ανατινάχθηκε όπως και διάφορα άλλα υποστατικά του Λιοπετριού, όπου οι Βρετανοί είχαν εντοπίσει όπλα και εκρηκτικές ύλες. Οι κηδείες των τεσσάρων, ηρώων, έγιναν ξεχωριστά στα χωριά τους, στην παρουσία μόνο πολύ στενών συγγενών, αφού την ώρα των τελετών επιβλήθηκε κέρφιου.
Φεύγωντας από το Λιοπέτρη οι Βρετανοί, πήραν μαζί τους τον Ηλία Σαμάρα. Τον Ηλία Σαμάρα που από τα ξημερώματα της 2ης Σεπτεμβρίου ήταν ζωντανός νεκρός, αφού όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, ήταν ο άνθρωπος που υπέδειξε στους Βρετανούς που ήταν κρυμμένοι οι τέσσερις αγωνιστές.
Αφηγείται ο Παναγιώτης Καλλής, ο ιδιοκτήτης του Αχυρώνα για τις έρευνες που έγιναν τα ξημερώματα; Όταν με πήγαν στο πλάι του Αχυρώνα, εκεί ήταν και ο Ηλίας Σαμάρας. Οι Βρετανοί του έλεγαν, πές του Ηλία ότι έχει έσσω καταζητούμενους. Εγώ απάντησα πως δεν έχω. Ο Ηλίας απάντησε έχεις. Του ειπα Ηλία σκέψου καλά. Δεν έχω έσσω μου έτσι ανθρώπους. Ο Ηλίας επέμενε, έχεις τους μες τον Αχυρώνα και κάθουνται. Εκεί μπροστά του οι Εγγλέζοι μου έδωσαν πολλή ξυλό. Μας έβαλαν σε διαφορατικά αυτοκίνητα και μας πήγαν ξανά στο σχολείο. Κατέβασαν τον Ηλία και τον πήραν μισή σκάλα παρά περα. Βαστούσαν μια σίκλα νερό και τον χτυπούσαν, ή θα μας πεις ειδεμή εν ηξέρουμε τι να κάνουμε.
Το τι ακριβώς πέρασε ο ίδιος στα χέρια των Βρετανών, από το μεσημέρι της 1ης Σεπτεμβρίου, μέχρι τα ξημερώματα της δευτέρας, όπου τελικά κατέδωσε τους αγωνιστές, το περιέγραψε πολύ παραστατικά και ο ίδιος σε επιστολή του.
Πριν την επιστολή ωστόσο, οι Βρετανοί, φρόντισαν να τον προστατεύσουν, αφού γνώριζαν πως η προδοσία, προέβλεπε την εσχάτην των ποινών, από τους ιερούς κανόνες της ΕΟΚΑ. Για αυτό φρόντισαν να τον φυγαδεύσουν στην Αγγλία
Ακούμε την περιγραφή της συζύγου του, όπως έγινε στην εκπομπή χωρίς πλαίσια, του Τάκη Χατζηγεωργίου, το 1991 στο ΡΙΚ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΑΜΑΡΑ
ΟΙ ερινύες και οι τύψεις δεν κράτησαν πολλή καιρό τον Ηλία μακριά από την Κύπρο. Διέφυγε των Βρετανών και επέστρεψε. Επέστρεψε γνωρίζοντας πως η τύχη του ήταν προδιαγεγραμμένη. Σε μια ιστορικής σημασίας πια επιστολή του, περιέγραφε στον Παύλο Παυλάκη όλα όσα βίωσε στα χέρια των Βρετανών εκείνες τις ώρες.
Ξεκινούσε την επιστολη λέγοντας;
Τομεάρχα,
Ορκίζομαι εν ονόματι του μόνου Παντογνώστου, του δικαίου Κριτού, εκείνου που αγαπά τους δικαίους και ελεά τους αμαρτωλούς, ότι δεν θα γράψω το παραμικρό ψέμα ή δικαιολογία γιατί ζητάω κι εγώ ο αμαρτωλός άνθρωπος του το άπειρον έλεος του, την άπειρη αγάπη του και συγχώρηση του.
Ητανε νύκτα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου. Κοιμόμουνα σπίτι μου, όταν δύο μέλη της Εθνοφρουράς με ειδοποιήσανε πως είναι κέρφιου. Αμέσως τους ρώτησα που επήγε ο υπεύθυνος του χωριού. Μου απήντησαν ότι έφυγε τρεχάτος σε μια κατεύθυνση.
Σε άλλο σημείο λέει για τη σύλληψη του από τους Βρετανούς;
Πήγα στην τελιάν απ' όπου συνελήφθηκα, μετά τες 8 το πρωϊ και με είχαν απλωμένον σ' άλλην τελιάν με τον Λάζαρον Μιλτιάδου ιαι τον γέρον τον Μάτσιαρον μέχρι τες 10 περίπου που μας πήραν στον σταθμόν Παλαιάς Αμμoχώστου.
Μας είχαν με τα χέρια στον τοίχο καμμιάν ώραν περίπου, όπου μας φώναξαν και άρχισε το φρικτόν βασανιστήριον μου. Μ' έβαλαν σε μιαν καρκόλαν (κρεβάτι) γυμνόν μόνον με το παντελόνι. Με έβαλαν ανάσκελα, μου κελέψιασαν (έδεσαν με χειροπέδες) τα χέρια ένα από τη μιαν πάνταν (πλευράν) και ένα από τη άλλην. Το ίδιο και στα πόδια. Με ρώτησαν πρώτα αν θα τους πω με το καλόν προτού αρχισουν τα βασανιστήρια σου.
"Θα μας πης που πήγαν εκείνοι που κάμαν την μάχην, πού είναι τα κρησφύγετα, πού είναι τα όπλα και πού είναι οι πόμπες και ποια είναι τα μέλη και πού έπαιρναν τον σύνδεσμον με το αυτοκίνητον που πιάσαμεν μέσα ένα φίλον σου".
Τους απάντησα ότι δεν ξέρω τίποτε από όσα με ρωτάτε. Οι βασανιστές μου ήσαν πέντε, δυο Αγγλοι και τρεις Τούρκοι. Τότε άρχισεν ο Αγγλος βασανιστής Ριτς να με κτυπάει στο στομάχι, ενώ οι άλλοι βάζανε γάντια στα χέρια τους για να μη αφήσουν σημάδια.
Αρχισαν όλοι μαζί να με κτυπούν, δύο στην κεφαλήν, μες στον ύπνον, (στον κρόταφο) μες στ' αυτιά και δυο μες στο στομάχι και ο πέμπτος να με τραβά από τα γεννητικά όργανα.
Δεν θυμάμαι πόσην ώραν βάσταξε αυτό το παιχνίδι, γιατί ζαλίστηκα, μώρησα (έχασα τις αισθήσεις μου, δεν αισθανόμουν, δεν μπορούσα να κινηθώ ή να αντιδράσω). Πάντως κουράστηκαν και κάθησαν να ανάψουν τσιγάρο.
Οταν ήπιαν το τσιγάρο τους, ήρθαν και οι πέντε επάνω μου. Θυμούμαι καλώς. Οι δύο έφυγαν και εγύρισαν με έναν τενεκέν και μίαν κούζαν (κανάτα) και ένα ρούχο άσπρο μεγάλο και όχι πολύ παχύ. Τα δε αγγεία τους που φέραν περιείχαν νερό. Φέρανε και καντήλες (ποτήρια).
Τότε μου έδεσαν το ρούχον στον λαιμόν και το έφεραν απάνω από την κεφαλήν μου, ούτως ώστε δεν εφαίνετουν καθόλου η κεφαλή μου.
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Ενας από αυτούς μου κράτα την μύτην και έτσι αναγκάζεσαι να ανοίγης το στόμα σου διά να αναπνεύσης. Ο άλλος μου έγυρνεν νερόν συνέχεια, ούτως ώστε, αντί αέραν, (να παίρνεις) νερόν.
Επιχείρησα πολλές φορές να κλείσω το στόμα. Το έκλεια για να πεθάνω για να μην παίρνω ούτε αέραν ούτε νερόν, αλλά οι άλλοι δύο ο ένας με τράβαν από τα γεννητικά όργανα και ο άλλος μου τσίλλαν (πίεζε) με όλην την δύναμιν του μέσα στο αρφάλιν (αφαλό).
Ηταν αβάστακτοι οι πόνοι, που αναγκαζόμουν να ανοίξω το στόμα μου να φωνάξω. Δεν ξέρω πόσες φορές έχασα τις αισθήσεις μου και πόσες φορές έστρεψα. Πάντως και πάλιν τους κούρασα χωρίς να πω τίποτε. Αλλά πολύ ολίγες δυνάμεις, της αισθήσεως μου, μου είχαν μείνει.
Οταν αναπαύθηκαν και ήρθαν για τρίτην φοράν γέμισαν πάλιν τα αγγεία τους και άρχισαν. Ενας όμως δεν ήρθε. Οταν ήρθε ήμουν ήδη το βασανιστήριον.
Σε μια στιγμή που κατάλαβαν πως θα πεθάνω, διότι δεν είχα πλέον δυνάμεις να αναπνεύσω, μου αφήρεσαν το ρούχο για να μη πεθάνω. Τα μάτια μου ήταν θολά. Δεν διέκρινα καλά. Με επλησίασεν ο αρχιβασανιστής Ριτς και μου είπεν: "Τώρα, θα πης θέλεις δεν θέλεις".
Του απάντησα δεν ξερω τίποτε, πως θα σας πω.
"Ξέρεις και ξέρεις και πολλά μάλιστα" μου είπε. Και άρχισαν να με κτυπούν πάνω στο κεφάλιν. Οταν ήρθαν να μου βάλουν το ρούχο διέκρινα το νερόν της καντήλας να είναι άσπρον σαν γάλαν, όχι όμως τόσο πηχτό και όχι τόσον άσπρον. Δεν επιμένω τομεάρχα μου, πως ήταν σκόνη, γιατί τα μάτια μου ήταν θολά. Πάντως πρέπει να ήταν γιατί έχασα από εκείνην την στιγμήν σχεδόον τελείως τες αισθήσεις μου.
Εχασα το θάρρος μου και την αποφασιστικότητα μου και έτρεμα ολόσωμος. Αρχισα να φοβάμαι. Εν τω μεταξύ τα βασανιστήρια συνεχίζανε χωρίς διακοπή και άρχισε το μοιραίον, τους ομολόγησα κάτω από το ρούχον το σπίτιν που έμεναν. Τους είπα ότι δεν ξερω εγώ πού είναι τα όπλα, αλλά ο Χρήστος και ο Παντελής και ο Λάζαρος και ότι ήξερε και ο γέρος Μάτσιαρος.
Τότε με πήραν μπροστά στον Μάτσιαρον και του έλεγα να τους τα δώση και ξέρη που είναι. Αφού μου έλεγες πως ηύβρες έναν όπλον και σου είπα να το βάλης εκεί που είναι τα άλλα.
Ο γέρος όμως φάνηκε ήρως. "Δεν ξέρω τίποτα" έλεγε. Τον άφησαν και μου άρχισαν εμένα. Εσύ ξέρεις, αυτός δεν ξέρει. Τότε τους είπα. Επάρτε με να σας δώσω όπλα και να σας δείξω και κρησφύγετα.
Αυτοί ήθελαν το κρησφύγετον που είναι μέσα εκείνοι γιατί δεν πίστευαν πως δεν ήταν σε σπίτιν. Τότε τους πήρα στο χωριό.
Αφού ήξεραν ότι δεν ξέρω τίποτε να τους γυρίσω να τους πω κάμποσα ψέματα.
Τους πήρα στου καπετάνιου. Ηξερα ότι το κρησφύγετον το χαλάσαμε. Δεν ηύραν τίποτε και έτσι άρχισαν να με βασανίζουν.
Αλλά εν τω μεταξύ νύχτωσεν για καλά. Τους πήρα σ' ένα χωράφι, που ήξερα πως είχε κάσια. Δεν την ηύραν, γιατί τόξερα πως δεν υπάρχει.
Τότε βασανίστηκα φρικτά μες το χωράφιν.
Τους είπα να με αφήσουν και να τους εύρω πόμπες. Με άφησαν. Ηξερα που είχεν δεκαέξι πόμπες με τέσσερις κασιούδες. Τους παράδωσα οκτώ. Δεν ξέρω τίποτε άλλον, τους λέω, αυτές είναι της πολιτοφυλακής και τις ξέρω. Την κάσιαν όφτζιαιρην (κενήν), δεν με πήραν. Μου είπαν αύριον που ναν' μέρα. Μου είπαν να τους δείξω το σπίτι του τάδε δηλαδή εκεί που ήσαν οι τέσσερις ήρωες.
Ηλπιζα μια και δεν μ' άφησαν, έλεγα τότε από μέσα μου δεν πρέπει να μείνουν εδώ για να μην ξέρω, αλλά δυστυχώς έμειναν εκεί.
Τους το έδειξα και εφώναξαν τον ιδικοκτήτην και τον ρώτησαν. Αρνήθη. Με πήραν μπροστά του και του είπα εψές, που την αυκήν ήρθαμεν έσω σου και μας είπες να μείνουμε μες το άσιερον. Τώρα αρνιέσαι;
Και πάλιν αρνήθη. Τον συνέλαβαν εκείνον. Επλησίασεν ο αρχιβασανιστής την πόρταν και τους φώναξεν να βγουν έξω. Δεν πήρεν απάντησιν. Και έφυγαν απ' εκεί, αλλά έβαλεν στρατόν και έγλεπεν γυρόν του σπιτιού.
Με πήραν στην αυλήν του σχολείου, όπου με βασάνισαν και πάλιν. Τότε τους γύρισα ακόμα ένα σπίτι και σ' ένα σπήλαιον, ίσως τους παραπλανήσω. Θα κόντεβεν μεσάνυκτα όταν πια με κρέμασαν πας ένα αυτοκίνητον τελιάρικον μεγάλον και μ' έβρεξαν νερόν και μ' άφησαν. Δεν ήμουν για νάμαι ειλικρινής κρεμασμένος. Καθόμουν στο κάθισμα και τα σιέρκα μου κελεψιασμένα ποτανιστά (δεμένα με χειροπέδες τεντωμένα) στα κάγκελλα. Οταν αντιλήφθηκαν ότι κοιμήθηκα με κτύπησαν με βέρκαν και εξύπνησα και συνέχισεν ως το γέννημαν του ήλιου έτσι.
Σημειωτέον ότι την νύχταν τους έδειξα το σπίτιν του Χρήστου και δεν τον ηύραν και τους είπεν η μάνα του είναι στην χαρτωμένην. Τότε μου είπαν να τους δειξω το σπίτιν και τους το έδειξα και συνέλαβαν τον Χρήστον και τον πήραν στην αυλήν του σχολείου, όπου τον βασάνιζαν γιατί άκουα τες φωνές του.
Οταν εξημέρωσεν με πήραν να βρούμε τα όπλα. Φυσικά ηύραν κάσιαν όφτζιαρην (κενήν). Αλλά βασανίστηκα και εκεί πολλά. Με πήραν στο χωριό και τους έδειξα το σπίτι του Παντελή, όπου τον συνέλαβαν και μας ωδήγησαν στο σχολείον, όπου μου είπαν να πω στον Παντελή να τους δώση όπλα.
Είπα στον Παντελή αν ξέρη που είναι να τους τα δώση. Είπεν, δεν ξέρω τίποτε. Δεν θυμούμαι καλά αν μίλησα άλλον με τον Παντελήν. Πάντως εκεί που τον έβλεπα και θυμάμαι, του έδωσαν μια γροθκιάν στο στομάχιν και του είπαν να μας πης που είναι ή όχι., Και τους επήρε και τους έδειξε τες χαρτούτσιες όπως μου έλεγε, ένας τούρκος βασανιστής.
Μας πήραν μαζί στο Βαρώσιν όχι μέσα στην Αμμόχωστον στο Σπέσιαλ Μπραντς όπου ήρθε ο Γιακουμής και ρώταν τον Παντελή αν ξέρη και δεν λαλεί.
Απάντησεν δεν ξέρω. Ο,τι ήξερα τους τάδωσα. Αυτός ξέρει. Εγώ έλεγα δεν ξέρω. Τέλος μας πήραν στν Αμμόχωστον όπου πήγα μπροστά στον Χρήστον και του είπαν να τους δώση τα όπλα ει δε θα μας σκοτώσουν.
Δεν θυμάμαι την διάλεκτον (διάλογον) που 'κανα με τον Χρήστον. Α... με ρώτησεν αν τους είπα αν είναι υπεύθυνος και ξέρεις για τα όπλα. Του είπα ναι. Μου θύμωσε και μου είπε να τους δώσω εγώ όπλα τούτους.
Οταν επέμενα εγώ πως ήξερα, μου είπε "τα βάρη όλα πάνω σου". Του είπα "ναι Χρήστο, εσύ δεν φταίεις εγώ φταίω". Δεν ξέρω αν τους επαράδωσεν όπλα, γιατί με έφυγαν εμένα, Μ' έκλεισαν στην φυλακήν. Από την φυλακήν μ' έβγαλαν όταν θα με έπαιρναν στην Ομορφίταν. Το δείλις από εκεί στην Αμμόχωστον μου τόπε ο αρχιβασανιστής πως τους σκότωσαν.
Δεν είπα τίποτε. Ημουν σαν τον πελλόν. Ο νους μου από την Δευτέραν τάραξεν. Ναι, Τομεάρχα μου. Σαν άκουσα πως πέσανε και δεν υπήρχαν πια, τότε δεν ξέρω και εγώ πως δεν πέλλανα τέλεια.
Αλλά ας συνεχίσω. Με πήραν στην Ομορφίταν. Τρίτη δυσμάς ήλιου (κατά το ηλιοβασίλεμα) έμεινα εκεί μέχρι της Πέμπτης ότε και έγραψα στην γυναίκα μου να ρθη να με βρη.
Μου είπαν εκείνοι να ρθη και να μείνη για να πάη μαζίν μου στην Αγγλίαν. Ηρθεν, αλλά της είπα να μην έρθη και έτσι αρνήθηκεν την πρώτην φοράν, γιατί δεν ηθελα να πάω στην Αγγλίαν.
Οταν αρνήθηκεν και αρνήθηκα και εγώ με γύμνωσαν με έκλεισαν στον απόπατον (αποχωρητήριο) και μού 'παν να πάρουν άδειαν που τον Κυβερνήτην να με πάρουν Πύλαν, αφού θέλεις να πας εκεί...
Οταν μ' έκλεισαν εκεί.
Τομεάρχα, δεν μπορώ να σου περιγράψω τον πόνον μου, τον πόνον της καρδιάς μου που είχεν και έχει. Τους φάναξα και άνοιξαν και είπα στον Ριτς πως θα πάω στην Αγγλίαν με τη γυναίκα μου.
Ετσι με την συνέλαβαν την άλλην μέρα και την έφεραν. Γιατί τους είπα πως θα πάω θα με ρωτήσετε. Μου πέρασε η ιδέα μήπως με βασανίσουν. Ξέρω τόσα και τόσα ακόμα. Πρέπει με κάθε θυσίαν να φύγω από τα σιέρκα τους, σκέφτηκα. Και έτσι μας έκλεισαν στο σπίτι του Μαηκάου, δεν ξέρω πού ακριβώς είναι, είναι κοντά στον δρόμο της Κερύνειας, πόξω που τον στρατώνα. Εμέναμε εκεί παραπάνω που ένα μηνα, όπου τζιαι φύαμεν στες 7 του Οκτώβρη για την Αγγλία.
Μόλις έφτασα εκεί με παρέλαβεν η κουνιάδα μου. Εκαμα 17 ημέρες και εστράφηκα. Εφθασα την Δευτέραν η ώρα δύο τρεις στο χωριό και συνελήφθην 4 έως τεσσερισήμισυ.
Τομεάρχα και Θεέ μου. Συγχωράτε μου, αν μου διέφυγε καμμιά λεπτομέρεια, καμμιά φράσις που αντάλλαξα με κανένα. Πάντως νομίζω πως τα έγραψα όλα. Τομεάρχα μη με βασανήτε (βασανίζετε) περισσότερον. Ο,τι θα κάμετε, κάμετε το μια ώρα γρηγορώτερα, γιατί δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Χρίστος Σαμάρας
Τα στήθη μου με βαραίνουν, η ζωή μου είναι βαρειά. αρκετά. Τομεάρχα, αρκετά υπόφερα: πόνους, θλίψιν και καημούς. Δόξα τω Αγίω Θεώ, δόξα σοι. Δεν ξερω, αν ο Θεός θα επιτρέψη να πεθάνω, αλλά (αν) θα πεθάνω, τομεάρχα, μην μου στερήσετε την εξομολόγησιν και το να δω τους δικούς μου και τους τάφους εκείνων γιατί θέλω να κλάψω από χώμα τους και τα δάκρυα μου να τα βρέξουν για να ξεφουσκώσουν τα πονεμένα μου στήθη και να ελαφρώση η βαρειά ψυχή μου.
Τομεάρχα, είσαι κι εσύ άνθρωπος και θα ξέρης από πόνο και προσβολήν. Δεν έχω μούτρα, αγαπητέ μου αδελφέ, εν Χριστώ, δεν έχω ούτε να ζητήσω εκδίκησιν, δεν έχω καμμιάν εμπιστοσύνην πλέον. Με το δίκαιον σας. Τομεάρχα, αδελφέ, εν Χριστώ, προσευχήθου. Πες δυο λόγια και συ για την μαυρισμένην και αμαρτωλόν ψυχήν μου. Προσευχήθου, αδελφέ, γιατί ο κύριος, μας λέγει. "Πολλά ισχύει η δέησις, δικαίου επί αμαρτωλού".
Κάμετε το καθήκον σας για μένα, αδελφέ μου και μην σκεφθήτε τίποτε. Θάθελα να ζήσω να εργασθώ για τον θεόν. Αλλά αν ο θεός και η πατρίς δεν μου επιτρέψουν γεννηθήτω το θέλημα τους επί του αμαρτωλού παιδιού τους.
Θέλω να γράψω πολλά, αδελφέ μου. Θέλω να πω τον πόνον μου, αλλά αν μου δοθή ευκαιρία σου γράφω. Τώρα κουράστηκε αρκετά το μυαλόν μου και το αδύνατον σώμα μου, Γράψε μου αν θέλης να σου γράψω ονομαστί τα ονόματα που ζητούν οι Αγγλοι από το χωριό μου και εκείνα που εγώ ο λιποτάκτης, είπα.
Τομεάρχα, αν η πατρίς με εύρη ένοχον θανάτου, μην διστάσης γιατί το να ζω θα υποφέρω περισσότερον, μου γλυκαίνουν τον αβάστακτον καημόν μου τα μικρά μου παιδιά.
Φίλε αδελφέ, αν δεν τα ξαναδώ, προστάτευσε τα και μίλα τους σαν πατέρας και παρηγόρησε τα, ιδιαιτέρως τον γιον μου, τον Παρασκευά, που τον βλέπω κάθε στιγμήν μπροστά μου.
Τομεάρχα, σου εύχομαι ο θεός να σε φυλάη από καθε κακό και να βάλη το χέρι του και οδηγήσετε το τσακισμένο καράβι μας εις τον λιμένα της πανώριας λευτεριάς.
Εύχομαι επίσης εις όλα τα μέλη ειρήνην και φρούρησιν από τον θεόν πατέρα μας.
Και ένα άλλο: Παρά να πέφτουν τα χέρια του εχθρού, να πέφτουν ένδοξοι και τιμημένοι. Διαφωτίστε τους να κάμουν το καθήκον τους και ιδιαιτέρως, το θέλημα του Θεού για να μην τους τιμωρήση σαν κι εμένα.
Περιμένω οδηγίες σας, το ανάξιον τέκνον σας
Ο Παύλος Παυλάκης απάντησε στην επιστολή του Ηλία Σαμάρα, θέτοντας του μια σειρά από ερωτήματα, για το πώς κατάφερε να διαφύγει από την Αγγλία και να επιστρέψει στην Κύπρο, περίπου τρεις μήνες μετά. Ο Ηλίας Σαμάρας αφού απάντησε στα ερωτήματα του, προχώρησε με μια παραίνεση προς τον Παυλάκη. Τομεάρχα μου, εντρέπομαι που ου τα ζητώ τούτα, αλλά σου ανοίγω τα σπλάχνα μου, τη ψυχή μου τον πόνομυ. Κάνετε με παιδί σας να πεθάνω και εγώ σαν εκείνους και τότε μόνο θα καθαρίσω τη λιποταξία μου, τη προδοσία μου.
Πλέον το βάρος της ευθύνης βρισκόταν στον ίδιο τον αρχηγό της Οργάνωσης, τον Γεώργιο Γρίβα Διγενή, ο οποίος έλαβε γνώση για τα τεκταινόμενα, τόσο από τον τομεάρχη του Παύλο Παυλάκη, όσο και μέσα από την επιστολή του Ηλία Σαμάρα. Η οδηγία του Αρχηγού της ΕΟΚΑ ήταν σαφής. Να εκτελεσθεί. Μάλιστα όπως θα έγραφε, «δεν βλέπω ελαφρυντικά εις την προδοσίαν του Ηλία Σαμάρα. Ούτος να εκτελεσθή. Η εκτέλεσις θα είναι ένα μάθημα δι’ όλους, ότι δηλαδή δεν μπορεί ο καθένας να προδίδη με την δικαιολογίαν, ότι υπέκυψεν εις τα βασανιστήρια και κατόπιν να ζητή συγχώρησιν. Το μεγαλείον του αγωνιστού είναι να μην υποκύπτη προ ουδεμίας βίας ή σωματικής κακώσεως, όπως δεν πτοείται και αντιμετωπίζει τον θάνατον προ των σφαιρών.
Η επιστροφή του Ηλία Σαμάρα στην Κύπρο, έγινε στις τρεις Νοεμβριου τα ξημερώματα. Λίγες ώρες μετά παραδόθηκε στην οργάνωση. Αφού μετέβη σε σπίτι συγγενικού του προσώπου μασκοφόροι της οργάνωσης την οποία ενημέρωσε τον συνέλαβαν και τον είχαν υπό κράτηση. Όταν τον ρώτησαν γιατί επέστρεψε, αυτός απάντησε για μια σφαίρα της ΕΟΚΑ. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του συνέταξε τις επιστολές προς τον τομεάρχη του. Η εκτέλεση του έγινε 18 μέρες μετά στις 21 Νοεμβρίου.
Αργότερα, μέσα από τις μαρτυρίες των αγωνιστών έγιναν γνωστά και τα τελευταία του λόγια. Ο Ηλίας Σαμάρας ανακρίθηκε από τον εκτελεστή του ο οποίος του έδωσε το δικαίωμα να συναντηθεί με τους γονείς, τη γυναίκα και τα παιδιά του, πριν εκτελεστεί. «Δύνασαι Ηλία αν θέλεις να δεις τους γονείς σου, τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου. Εκείνος απα΄ντησε, όχι ευχαριστώ, βιάζομαι, βιάζμοαι να πάω σε εκείνους. παίξε με. Σε συγχωρώ. Εκετελίς το καθήκον σου, ζήσε συ να χαρείς την ελευθερίαν. Εγώ θα τη χαρώ από εκεί ψηλά μαζί με εκείνους. Ζήτω η ελευθερία. Η ελευθερία ήταν η τελευταία λέξη της ζωής του, όπως ονόμασε και το δεύτερη παιδί του.
ακούμε την συγκλονιστική αφήγηση του αδερφού του Ανδρέα Σαμάρα για τα γεγονότα εκείνων των ημερών, πώς ενημερώθηκε για την εκτέλεση του αδερφού του και τι διατάχθηκε να πράξει από την ΕΟΚΑ. και να φύγεις
Ο Ανδρέας Σαμάρας ο τρίτος εκ των αδερφών Σαμάρα, κλήθηκε και υπάκουσε στις διαταγές της οργάνωσης. Ο άνθρωπος που τρεις μήνες πριν έθαψε τον ένα του αδερφό ως ήρωα του Αχυρώνα, τώρα καλειται να μεταφέρει τον δεύτερο αδερφό του νεκρό σε ένα σημειο εντός του Λιοπετρίου, όπου ουσιαστικά θα τον έβλεπαν οι χωριανοί, για να παραδειγματιστούν τι θα πάθει, όποιος προδίδει την οργάνωση. Έκανε την καρδιά του πέτρα και ακολούθησε τις οδηγίες. Ωστόσο αντέδρασε όταν κλήθηκε να τον θάψει σε ένα χωράφι και όχι στο κοιμητήριο. Ακολουθεί η συνέχεια της συγκλονιστικής του αφήγησης στην εκπομπή του ΡΙΚ χωρίς πλαίσια, για το τι ακολούθησε το απόγευμα της 21ης Νοεμβρίου.
Ηχητικό δεύτερο
θέλει ηχητικό
Η αναφορά του Γρίβα Διγενή στα απομνημονεύματα του για την περίπτωση του Ηλία Σαμάρα, καταδεικνύει, όχι μόνο τη δική του δυσκολία, αλλά και ενός ανεξάρτητου κριτή, με απόσταση εξήντα τόσων χρόνων, να κρίνει τις ενέργειες και τις αποφάςιες που λήφθηκαν τότε
Γράφει ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής; Δια την προδοσίαν του Ηλία Σαμάρα προτιμών να μην επανέλθω. Ούτως επλήρωσε για αυτή και συγχαίρων ολοψύως την πατριωτική του οικογένεια η οπόα εδέχθηκ ψυχραίμως την απόφασή μου. Ο Ηλίας Σαμάρας υπήρξε αναμφιβόλως ένας καλός αγωνιστής. Αλλά οι αγωνισταί τηρούν τον όρκον κων και αγωνίζονται μέχρι τέλους θυσιάζοντες το φθαρτώνν σαρκίων δια την επιτυχία του υθερο΄θυ σκοπού. Αλλως πληρώνουν κι αυτοί όπως οι κοινοί προδόται. Για αυτό και διέταξα να εκτελεσθή παρά την ειλικρινή μετάνοιάν του.
Το δράμα που βίωσε η οικογένεια Σαμάρα, είναι ανεπανάληπτο και όμοιο της δεν βίωσε καμία άλλη οικογένεια αγωνιστή στην Κύπρο. Είδε το ένα της παιδί να φεύγει ως ήρωας και το άλλο να εκτελείται ως προδότης ή προδόσας όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Διγενής.
Στις δύο Σεπτεμβρίου του 1960, τα πράγματα είχαν ήδη πάρει το δρόμο τους. Οι καταζητούμενοι και οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ επέστρεψαν μετά βαίων και κλάδων στις πόλεις και τα χωρία, το ίδιο και ο Μακάριος, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία είχε εγκαθιδρυθεί από τον Αύγουστο. Τον Σεπτέμβριο του 1960 συμπληρώνοντας δύο χρόνια από τη θυσία των τεσσάρων του Αχυρώνα
Οι εφημερίδες κάλυπταν με εκτενή ρεπορτάζ τα μνημόσυνα των ηρώων, ενώ η οικογένεια Σαμάρα, προέβη σε μια ενέργεια, η οποία έτυχε διαφόρων σχολίων, κυρίως στον μικρόκοσμο των χωριών των ηρώων.
Συγκεκριμένα, ο χαροκαμένος πατέρας του Χρίστου και Ηλία Σαμάρα, παρέθεσε συνέντευξη Τύπου, όπου ουσιαστικά, δημοσιοποίησε σε ένα ευρήτερο κοινό το δράμα της οικογένειας του, επικεντρώνοντας τις αναφορές του, στα τεκταινόμενα με την εκτέλεση του Ηλία.
Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ο Φιλελεύθερος» την επομένη της συνέντευξης Τύπου ήταν πως «ο Ηλίας Σαμάρας επρόδωσε μετενόησε και εζήτησε μόνος του ως λύτρωσιν τον θάνατον από σφαίραν της ΕΟΚΑ», ενώ στον υπότιτλο δίδεται η ερμηνεία ότι ο Διγενής τον αποκαθιστά στα απομνημονεύματά του.
Στο ρεπορτάζ σημειώνεται πως ο Παρασκευάς Σαμάρας, πατέρας πέντε αγωνιστών της ΕΟΚΑ μεταξύ των οποίων και ο αθάναοτος ήρως του ιστορικού αχυρώνος του Λιοπετρίου Χρίστος Σαμάρας, υπερόηφανος για την υπέργη και μεγαλειώθη θυσία του τέκνουν το, αλλά και βαρυπενθών δια την τραγικήν τύχην του έτερου των παιδιώνου του του Ηλία, όστις εξετελέσθη υπό της Εοκα επί προδοσία, εμφανίσθη χθες ενώπιον των δημοσιογράφων εις μιαν ύστατην αυτού προσπάθεια όπως αποκαταστήση όσον το δυνατό το όνομα του υιού του.
Στη συνέντευξη Τύπου της οικογένειας Σαμάρα που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της ΣΕΚ στη Λευκωσία, μετείχαν επίσης ο αδερφός των Ηλία και Χρίστου Μόδεστος καθώς και η χήρα του Ηλία Σαμάρα, Δήμητρα.
Στη συνέντευξη Τύπου, πέρα από την επιστολή που απέστειλε ο Ηλίας Σαμάρας πριν εκτελεσθεί στον Παύλο Παυλάκη, ο Παρασκευάς Σαμάρας, ανέγνωσε και δική του επιστολή προς τον Γεώργιο Γρίβα Διγενή, στις 12 Απριλίου του 1959, σχεδόν πέντε μήνες δηλαδή, μετά την εκτέλεση του Ηλία.
Σε αυτή την επιστολή, ο Παρασκευάς Σαμαρας, υπενθυμίζει στο Γρίβα, τη δράση του Ηλία που εντάχθηκε στους κόλπους της ΕΟΚΑ, από την πρώτη μέρα. Μεταξύ αλλων του υπενθυμίζει τις επτά φορές που συνελήφθη, τα προβλήματα με τους όρχεις του, ένας εκ των οποίων είχε αχριστευθεί από τα βασανιστήρια, ενώ του υποδεικνύει δική του ημερήσια διαταγή, μεταξύ των μελών της ΕΟΚΑ, στην οποία επαινούσε τον Ηλία γιατί άντεξε τα βασανιστήρια και έγραφε σε αυτή πως, «αν όλοι επεδείκνυαν την ίδια γενναιότητα και αν όλοι απεκάλυπτον τα αίσχη των κατακτητών δια ένόρκου δηλώσες ώς περαξεν ο Ηλίας, η Ελευθερία θα ανέτελλεν μια ώραν ενωρίτερα.
Επιπλέον ο Παρασκευάς Σαμάρας, παρουσίασε στους δημοσιογράφους επιστολή όπου ο τομεάρχης της Εοκα τον χαρακτήρισε ως φρούραρχον του Λιοπετρίου δια τον ρόλον του οποίου έπαιζε προσταυτεών τους κατοίκους της κοινότητας νυχθημερώς.
Στην επιστολή του προς τον Γρίβα, ο Παρακσυεάς Σαμάρας την χαρακτηρίζει αποφράδα ημέρα, όπου ένιωσε ένα αίσθημα ύψιστης υπερηφάνειας, όπως αναφέρει, για τη θυσία του ρίστου Σαμάρα και την ίδια ώρα ένα αίσθημα θλίψεως και στεναχώριας διότι ο υπερπατριώτης υόμου ο Ηλίας επρόδωσε τους τέσσερις λεβέντες.
Αφού αναφέρθηκε στα βασανιστήρια που υπέστη, λέγει στον Διγενεί πως, «ουδέποτε ο υιός μου υπήρξε προδότης, αλλά απώς επρόδωσε. Αυτό το ξέρω και είμαι βέβαιος. Προδότης με προδοτικήν συνείδησιν ουδέποτε υπήρξεν ο Ηλίας και ούτε΄αλλος Σαμαραίος.
Αισθάνομαι υπερηφάνια, για το γεγονός ότι ευρισκόμενος μακράν του θανάτου εις την Αγγλία όπου μεταφέρθει, ήρθε πίσω και παραδόθηκε στην ΕΟΚΑ για να τον δικάση.
Σε άλλο σημείο σημειώνει πως η Ηλίας έπεσε μέσα στο βούρκο, ναι. Το αμάρτημα του έιναι σοβαρώτατον και δια αυτό ετιμωρήθη ή μάλλο λυτρώθη. διότι λύτρωσης υπήρξε δια τον Ηλία μου η εκτέλεσης του. Την εζητούσε ,την εποθούσε την επεδίωκε. Δεν τρέφομεν κανένα παράπονο δια την εκτέλεσιν του. Διότι γνωρίζομεν και αντιλαμβανόμεθα ότι έτσι έπρεπε να γίνει.
Στο ίδιο ρεπορτάζ του Φιλελεύθέρου, υπάρχει και συγκεκριμένο ένθετο με δηλώσεις του τομεάρχη Παύλου Παυλάκη, τον οποίον ο δημοσιογράφος ρώτησε κάπως προβοκατόρικα για το ποιος πρόσφερε περισσότερα στον αγώνα της ΕΟΚΑ, ο Ηλίας ή ο Χρίστος Σαμάρας, με τον ίδιο να απαντά πως δεν κάνει οποιαδήποτε διάρκιση ανάμεσα στους δύο, με ότι αυτό κι αν σημαίνει.
Ο επόμενος σημαντικός σταθμός της τραγικής ιστορίας της οικογένειας Σαμάρας, έμελλε να γραφτεί 33 χρόνια μετά τη θυσία τους, όταν η εκπομπή Εκτός Πλαισίου του ΡΙΚ, και ο δημοσιογράφος Τάκης Χατζηγεωργίου, φιλοξένησαν τρία μέλη της οικογένειας Σαμάρα. Τα δύο αδέρφια του Χρίστου κα του Ηλία, Μόδεστο και Αντρέα και τη χήρα του Ηλία Σαμάρα, Δήμητρα.
Εκείνη η εκπομπή, αποτελει καμπή, αφού ουσιαστικά, μια ξεχασμένη ιστορία επανήλθε στο προσκήνιο και μονωπόλησε τη δημόσια συζήτηση τις επόμενες ημέρες.
Στην εκπομπή, λίγο πολύ παρουσιάστηκαν οι επιστολές του Ηλία Σαμάρα, για τις οποίες ήδη μιλήσαμε, καθώς και οι αναφορές του Διγενή. Στόχος των μελών της οικογένειας Σαμάρα, ήταν να αναγνωρισθεί ο Ηλίας από τους Συνδέσμους Αγωνιστών, ως ήρωας της ΕΟΚΑ και όχι ως προδότης.
Ακούμε απόσπασμα από την εκπομπή
Άρθρο φιλελευθέρου
επιστολή αγωνιστών λιοπετρίου
10/3/91
Αγαπητή Σι'
/νταξη,
Με πολλή αγωνία πε ριμένω
κόθε Τρίτη νιο να παρακολουθή-
σω το πρόγραμμα του ΡΙΚ «Χω ρις πλαίσια» . Πράγματι μέοω
αυτής της Εκπομπής είδαμε ' να βγαίνουν στο φως δράματα πουγια χρόνια ήταν κρυμμένα στιςψυχές ορισμένων ανθρώπων.
Μακάρι να μπορούσα και γωκάποτε να μιλήσω για το δικό
μου δράμα και το σαράκι που μου τρώε ι την καρδιά εδώ και
τριάντα χρόνια.
Μεσ ώ ακτής της επιστολής θέλω να στείλω ένα μήνυμα στην κ. ∆ήμητρα Σαμάρα και να της πω ότι δεν είναι μόνο αυτή που φέρει αυτό τον σταυρό με τόσο κουράγιο και τόση υπομο-νή. Εκλαψα και γω μαζί με οένα κ. ∆ήμητρα έστω και αν δεν σε γν ωρίζω πμουω ηιι\α Παμύμοιυ
δράμα ζω και γω με μια μόνο διαφορά. Εγώ είμαι κόρη προδότη» .
Βλέπετε η δική μου μάνα δεν ΰ.τεξε το μεγάλο πόνο του αδι-
κοσκοτωμένου μας πατέρα. Πέθανε από μια ανίατη αρρώστια από τη μεγάλη της λύπη και έτσι γρήγορα πήγε και τον συ-
νάντησε στον παράδεισο.
Ετοι κληρονομήσαμε εμείς τα παιδιά το στίγμα του πατέρα
μας του «προδότη» . Από θ χρονών μωρά μας πε-
ριφρονούσαν , μας καταδίωκαν δεν μας ήθελε κανένας γιατί
είμαστε παιδιά ενός «προδότη» .
∆εν ζητώ εγώ αποκατάσταση ΤΓΙ' Ρ*"\ΐί ^ Ρ<; ||Η£ Π* ππτΛ τπ*' κόσμο ούτ β μέ νοιάζει πια τι λέει ο κόσμος.
Ξέρω ότι υπάρχει ένα άλλο δικαστήριο και ένας δίκαιος δι-
καστής που ξέρει την αλήθεια. Αυτός κάποτε θα δικάσει και
αυτούς που μας στέρησαν τόσο άδικα τον πατέρα μας. .
Τώρα έχω μια υπέροχη οικογένεια αλλά η θλίψη δεν με αφή-
νει να την χαρώ. Πολλές φορέςμε ρωτούν τα πα ιδιά μου: — γι- ατί μανούλα είσαι τόαο λυπ ημέ-
νη;
∆εν θέλω να τους απαν τήσω και να τους πω τον λόγο γιατί
δον θέλω να σπείρω μίυος κυι έχΒρο μέοα στι ς ψυχές των
παιδιών μου, όχι διότι ντρέπομαι να του ς πω τον πραγμ ατικό λό- γο.
Η ΚΟΡΗ ΕΝΟ£ ΠΡΟ∆ΟΤΗ
από 3
Το ενδιαφέρον πλέον ήταν το τι θα συμβεί το Φθινόπωρο, όταν θα τελείτο το μνημόσυνο των τεσσάρων ηρώων του Αχυρώνα τον Σεπτέμβριο και τον Νοέμβριο το μνημόσυνο του Ηλία Σαμάρα. Αυτό που δεν έπραξαν επίσημα οι Συνδέσμοι Αγωνιστών το έπραξε η Εκκλησία. Ενδεχομένως υπό την πίεση της κοινής γνώμης, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ο δεύτερος ανέλαβε την ευθύνη που κανένας άλλος δεν αναλάμβανε και για πρώτη φορά μετά 33 χρόνια τέλεσε ο ίδιος το πρώτο επίσημο θρησκευτικό μνημόσυνο του Ηλία Σαμάρα στις 17 Νοεμβρίου του 1991. .
Στην ομιλία του ο Αρχιεπίσκοπος είπε πως «ήρθαμε εδώ σήμερα για να τελέσουμε το μνημόσυνο κάποιου ο οποός παρεξηγήθηκε στην πορεία του. Κάποιου που νομίστηκε και χαρακτηρίστηκε ως προδότης γιατί δεν άντεξε μέχρι τέλους τα φοβερά εκείνα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλαν οι Άγγλοι κατακτητές. ο Άνθρωπος αυτός δεν υπήρξε προδότης. Αγωνίστηκε υποβλήθηκε σε βασανιστήρια φοβερά, ίσως δεν άντεξε, δεν ξέρουμε πόσοι από μας θα άντεχαν στα ίδια βασανιστήρια αλλά εάν ήταν προδότης δεν θα επέστρεφε πίσω για να θανταωθεί. Το ότι δεν άντεξε ίσως να ήταν μια αδυναμία, αλλά δεν είναι προδοσία. Το ότι αποφάσισε να επιστρέψει είναι ηρωισμός τεράστιος. Να επιστρέψει και να παραδοθεί γιατί η συνείδηση του δεν τον άφηνε ήσυχο.
Με το παράδειγμα της επιστροφής του, συνέχισε ο Αρχιεπίσκοπος, μας υπέδειξε πως ένας εάν κάνει κάποιο σφάλμα από αδυναμία μπορεί κάλλιστα να μετανοήσει. Άλωλωστε αυτό μας ζητά και ο Χρίστός.
ΜΕτά το μνημόσυνο ακολούθησε τρισάγιο στον τάφο του Ηλία Σαμάρα και η κατάθεση στεφάνων. Η ατμόσφαιρά ήταν ιδιαιτέρως βαριά από τη συγκίνηση, ενώ η χήρα του Ηλία Σαμάρα Δήμητρα δεν άντεξε και έχασε τις αισθήσεις του. Η στιγμή ωστόσο που το δράμα της ιστορίας του Ηλία Σαμάρα κορυφώθηκε, ήταν όταν ο τότε τομεάρχης του Παύλος Παυλάκης εναπόθεσε το στεφάνι του, στον τάφο του Ηλία Σαμάρα γονυκλινής.
Αργότερα προέβη και σε μια δήλωση στην οποία έλεγε πως η τραγική ιστορία του Ηλία Σαμάρα βρίσκεται ανάγκλυφη στην απολογία του ιδίου και στην αξιολόγηση που κάμνειο ο Αρχηγός στα απομνημονέυματαά του. Την αγωνιστικότητα του Ηλία Σαμάρα, συναγωνίζεται μόνο η μαρτυρική αυτοθυσία του. Πνεύμα αυτοθυσίας, ήθους και αρετής είναι το προεξάρχον συστατικό του αγώνα μας.
Σε δικές του δηλώσεις ο Αρχιεπίσκοπος αποκάλυψε πως δέχθηκε τηλεφωνήματα και πιέσεις για να μην παραστεί στο μνημόοσυνο. Αλλά είπε, ο Ηλίας Σαμάρας δεν είανι προδότης είναι οσιομάρτυρας. Ενώ ήταν στο εξωτερικό δεν δεχότανε τον προπηλακισμό ότι ήταν προδότης και ήλθε εδώ για να θυσιασθεί όπως συνέβηκε με τους άλλως συναχινστές του. Για αυτό σας καλώ να έλθετε να προσευχηθείτε για την ανάπαυση της ψυχής του.
Σε αυτή την προσπάθεια, ωστόσο, της οικογένειας Σαμάρα να αποκαταστασθεί η μνήμη του Ηλία Σαμάρα, υπήρξε και αντίλογος, κυρίως από αγωνιστές της ΕΟΚΑ που είχαν ιδία άποψη για τα γεγονότα αλλά και από πρόσωπα του οικογενεακού κύκλου των ηρώων του Αχυρώνα.
Μια εξ αυτών των απόψεων, καταγράφηκε σε μελέτη που ετοίμασε ο Ανδρέας Κάρυος, Διδάκτωρ Κυπριακής Ιστορίας και διευθυντής του Μουσείο Αγώνος ΕΟΚΑ στη Λευκωσία, ο οποίος είναι και εγγονός του ήρωα του Αχυρώνα, Ανδρέα Κάρυου.
Στο τεύχος 300 του περιοδικού Εθνική Φρουρά και Ιστορία που εκδόθηκε για την περίοδο Ιουλίου-Δεκεμβρίου 2012 ο Δρ Κάρυος, προσεγγίζει το ζήτημα με μια πιο επιστημονική ματιά και αμφσιβητεί ως ένα βαθμό, όσα παρουσιάστηκαν στην εκπομπή του 1991 από την οικογένεια Σαμάρα.
Γράφει ο Δρ. Ανδρέας Κάρυος
Τα γεγονότα
Τι έγραψε και τι είπε ο Σαμάρας
Η απόφαση του Διγενή
Τι έκανε η οικογένεια το 1960
η εκπομπή του 1991
πώς απάντησε ο Ανδρέας Κάρυος
Επίλογος
Ανεξαρτητως ιδεολογιας ιδεων
Αρκετά χρόνια αργότερα, το θέμα επανέφερε ο Ανδρέας Κάρυος, εγγονός του ήρωα του Αχυρώνα Ανδρέα Κάρου και δόκτωρ ιστορίας. Το 2012, στο τεύχος 300 του περιοδικού Εθνική Φρουρά και Ιστορία ο Δρ. Κάρυος επιχείρησε μια πιο επιστημονική προσέγγιση, των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ο Ηλίας Σαμάρας, προχώρησε στην προδωσία αλλά και των όσων λέχθηκαν στην εκπομπή του 1991, αμφισβητώντας ως ένα βαθμό, τα όσα παρουσιάσθηκαν.
Κλείνοντας αυτό το επεισόδιο, τα αισθήματα που δημιουργούνται είναι ανάμεικτα, εστιάζοντας στην τραγική φιγούρα του Ηλία Σαμάρα. Αφενός η ασυγχώρητη προδοσία και αφετέρου το δέος που νιώθει κανείς από την ενέργεια του να επιστρέψει για να εκτελεσθεί, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αναλύσεις. Αυτό άλλωστε είπε και ο ίδιος ο αρχηγός της ΕΟΚΑ στα απομνημονεύματά του.
Δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Είναι καθαρά θέμα που ο κάθε ένας προσεγγίζει στη βάση των δικών του συνειδησιακών δεικτών και ευαισθησιών. Για αυτό όποιος διαφωνεί με τις ενέργειες της οικογένειας του την αδικεί, όπως αδικεί αν διαφωνήσει και τις οικογένεις των ηρώων του Αχυρώνα.
Το σίγουρο, είναι πως η τραγική ιστορία της οικογένειας Σαμάρα, θα έπρεπε να τύχει μιας ολοκληρωμένης και πιο σύγχρονης καταγραφής έτσι ώστε να μπορούν να ανατρέξουν σε αυτή και οι νεότερες γενιές. ΘΑ έπρεπε να μην αποτελεί ταμπού, αφού πλέον με την απόσταση που δημιουργεί ο χρόνος, μόνο να αντλήσουμε διδάγματα αυτοθυσίας, πειθαρχίας και σεβασμού μπορούμε και όχι να διχαστούμε για το τι είναι λάθος ή σωστό.
Θα τολμησω στο τελος αυτης της εκπομπης να καταθεσω τη δικια μου, προσωπικημου αποψη για την υποθεση του ηλια σαμαρα. Περα απο το θορυβο που δημιουργουν τα παρεμφερει αμερα ή εμμεσα σχετιζομενα γεγονοτα αυτες που θα πρεπει να τεθουν υπο κριση ειναι οι αποφασεις που ληφθηκαν τη δεδομενη στιγμη το φθινοπωρο του 58
Πρωτη η αποφαση του ηλια σαμαρα να καταδωσει τους τεσσερις του αχυρωνα
Δευτερη η αποφαση του να επιστρεψει στην κυπρο γνωριζοντας οτι θα εκτελεσθει
Τριτη αποφαση αυτη του Γριβα Διγενη να σκτελεσθει
Και τελος η σταση των εμπλεκομενων απεναντι στην οικογενεια τις επομενες δεκαετιες
Η αποφαση για εκτελεση ενδεχομενως να ηταν μονοδρομος δεσομενης της χρονικης περιοδου και της πιεσης που υφιστατο η εοκα
Η αποκατασταση του ονοματος ωστοσο και της οικογενειας του ηλια σαμαρα ενδεχομενως να επρεπε να ειναι προτεραιοτητα για την οργανωση μονο κ μονο επειδη ο ηλιας σαμαρας επεστρεψε οικιοθελως απο την ασφαλεθα της αγγλιας επιζητωντας μια σφαιρα της εοκα. Της δικης του εοκα